Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Αντίο μικρέ μου φίλε...

Σε είδα χθες το πρωί να τουρτουρίζεις στην άκρη του δρόμου.
Προσπάθησες να μετακινηθείς όταν σε πλησίασα και τότε είδα ότι κούτσαινες. Τα δύο δεξιά σου πόδια δεμένα με αυτοσχέδιο επίδεσμο. Το πίσω ποδαράκι δε μπορούσες να το πατήσεις καν.
Σου έφερα να φας. Πείναγες.
Σου έβαλα νερό. Ήπιες με βουλιμία...
Και μετά πάλι κούρνιασες σε μία απάνεμη γωνιά να γλυτώσεις από το κρύο.
Έβαλες το κεφαλάκι σου ανάμεσα στα πόδια σου.
Αγόγγυστα, χωρίς παράπονο. Κάθισες εκεί καρτερικά και περίμενες, τι άραγε;
Σε λίγο ξαναβγήκα να σε δω.
Περπάτησες λίγα βήματα και αυτά μισά.
Δε μπορούσα να αδιαφορήσω. Δε μπορούσα να σε αφήσω στο κρύο να πονάς.
Σε τύλιξα σε μία πετσέτα, σε έβαλα σ' ένα χαρτοκιβώτιο και σε πήγα στον κτηνίατρο.
Με πήραν τα κλάματα όταν ο γιατρός σου έκανε την ηρεμιστική ένεση για να ανοίξει τους επιδέσμους που είχαν κολλήσει πάνω στις πληγές σου.
Η μυρωδιά που αναδυδόταν ήταν έντονη.
"Οι πληγές φταίνε;", ρώτησα ευχόμενη να μου πει "όχι".
"Ναι", ήταν η μονολεκτική του απάντηση.
Με έβγαλε στο χώρο αναμονής. Μου είπε ότι η επέμβαση θα πάρει καμία ώρα. Καλό θα ήταν να φύγω και να ξαναγυρίσω.
Μία φίλη μου έκανε παρέα στην αναμονή μου.
Μετά από μία ώρα το τηλέφωνο χτύπησε.
Τα νέα κακά.
"Το πίσω πόδι έχει κάταγμα και έπαθε σηψαιμία. Και το μπροστινό όμως δεν είναι σε καλύτερη κατάσταση. Θα πρέπει να αποφασίσετε τι θέλετε να κάνω;".
Και ξαφνικά το δίλημμα. Αιφνιδιαστικό, έπρεπε να αποφασίσω άμεσα.
 "Τι επιλογές έχω;", ρώτησα τρέμοντας την απάντηση.
"Ακρωτηριασμός ή ευθανασία", είπε η φωνή από την άλλη άκρη του ακουστικού και συνέχισε
"με τρία άκρα μπορεί να ζήσει αλλά μην ξεχνάτε ότι και το άλλο πόδι έχει πρόβλημα".
"Ας του δώσουμε την ευκαιρία να ζήσει", ήταν η απάντηση που κατόρθωσα να αρθρώσω.
Μιάμισυ ώρα αγωνία έλαβε τέλος με νέο τηλεφώνημα.
"Σε μισή ώρα ελάτε να το πάρετε".
Ένα ποδαράκι λιγότερο. Δεν πειράζει. Απλά θα είναι λίγο πιο αργό στο περπάτημα. Είχα αποφασίσει να το κρατήσω.
Πήρα τα φάρμακα που μου έδωσε ο γιατρός, πήρα και το χαρτόκουτο με τον μικρό μου ασθενή που είχε μόλις αρχίσει να συνέρχεται και γύρισα σπίτι.
Το έβαλα δίπλα μου στο κρεβάτι για να το παρακολουθώ. Το χάδι στο κεφάλι φαίνεται ότι λειτουργούσε ανακουφιστικά γιατί σταματούσε να βογγάει από το πόνο, που γινόταν όλο και δυνατότερος όσο η επίδραση της αναισθησίας περνούσε.

Μέχρι τα ξημερώματα το άκουγα να σιγοκλαίει σα μωρό. Δύο ώρες αργότερα κοιμήθηκε για πάντα...

Δεν σε ήξερα. Δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω...

"Αδέσποτο" σε χαρακτήρισε ο γιατρός. Χωρίς αφέντη δηλαδή. Όμως για την κατάντια σου έφταιγε ένας άνθρωπος, που θέλησε να δείξει τη δύναμή του στον αδύναμο και ανυπεράσπιστο.

Έφυγες; Σε έδιωξαν; Ποιός ξέρει! Το σίγουρο είναι ότι το πλήρωσες με τη ζωή σου.

Αν υπήρχε παράδεισος για σκύλους σίγουρα εκεί θα ήσουν τώρα. Υπέφερες, πόνεσες, πείνασες, δίψασες και όμως δε δάγκωσες και δεν επιτέθηκες. Εμπιστευόσουν τους ανθρώπους μέχρι το τέλος.

Τουλάχιστον γλύτωσες από την κακία μας.

Αντίο μικρέ μου φίλε...

2 σχόλια:

konstantinos fanaritis είπε...

mou aresei to keimeno einai theopneusto. Makari tetoia na htan ola ta keimena pou diavazo.

Μαρία είπε...

Να είσαι καλά!